Η πολιτική της εγκατάλειψης

Σε πολλές χώρες η πανδημία του κορονοϊού COVID–19 ανέδειξε με τον πιο χειροπιαστό τρόπο προβλήματα χρόνων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ελλάδα, όπου οι συνέπειες των διαστρωματικού χαρακτήρα εσωτερικών ανισοτήτων, σε συνδυασμό με την εύθραυστη ισορροπία δυνάμεων της περιοχής και μια σειρά από αποτυχημένες και ατελέσφορες πολιτικές του παρελθόντος, γίνονται όλο και πιο αισθητές σήμερα. Στις προσφυγικές δομές εκτυλίσσεται σήμερα μια ανθρωπιστική κρίση, ως επακόλουθο χρόνιων ανεπαρκειών του δημόσιου συστήματος υγείας και αναποτελεσματικών εθνικών και ευρωπαϊκών πολιτικών διαχείρισης της μετανάστευσης, ενώ η πανδημική κρίση του κορονοϊού αναμένεται μόνο να επιδεινώσει την κατάσταση.

Σε πολλές χώρες η πανδημία του κορωνοϊού COVID–19 ανέδειξε με τον πιο χειροπιαστό τρόπο προβλήματα χρόνων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ελλάδα, όπου οι συνέπειες των διαστρωματικού χαρακτήρα εσωτερικών ανισοτήτων, σε συνδυασμό με την εύθραυστη ισορροπία δυνάμεων της περιοχής και μια σειρά από αποτυχημένες και ατελέσφορες πολιτικές του παρελθόντος, γίνονται όλο και πιο αισθητές σήμερα. Στις προσφυγικές δομές εκτυλίσσεται σήμερα μια ανθρωπιστική κρίση, ως επακόλουθο χρόνιων ανεπαρκειών του δημόσιου συστήματος υγείας και  αναποτελεσματικών εθνικών και ευρωπαϊκών πολιτικών διαχείρισης της μετανάστευσης, ενώ η πανδημική κρίση του κορωνοϊού αναμένεται μόνο να επιδεινώσει την κατάσταση.

Η σκληρή πολιτική γραμμή της χώρας, που ακολουθείται εδώ και καιρό για τη διαχείριση της μετανάστευσης και των συνοριακών ελέγχων, κλιμακώνεται κατά τους τελευταίους μήνες. Η ΕΕ δείχνει να νομιμοποιεί τα εν λόγω μέτρα, με το επίσημο πρόσχημα της αποφυγής μιας ακόμα «μεταναστευτικής κρίσης». Τα μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνηση για την προφύλαξη εξάπλωσης του ιού στις προσφυγικές δομές πρέπει να μελετηθούν συνολικά, στο γενικότερο πλαίσιο των πολιτικών που ακολουθούνται για τη διαχείριση της μετανάστευσης από την Ελλάδα και την ΕΕ. Οι περιοριστικές αυτές πολιτικές που εφαρμόζονται για τη διαχείριση της μετανάστευσης, σε συνδυασμό με την κατάσταση έκτακτης ανάγκης που επικρατεί στον χώρο της υγείας, θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο τις ζωές των προσφύγων, και  επιπλέον φανερώνουν την πολιτική της εγκατάλειψης από την οποία διαπνέονται.

Η κρίση προ της κρίσης

Η Νέα Δημοκρατία εξελέγη τον περασμένο Ιούλιο έχοντας διατυπώσει δύο βασικές δεσμεύσεις: αφενός ότι η οικονομία της χώρας «θα επιστρέψει στην κανονικότητα» και αφετέρου ότι η κυβέρνησή της θα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το ζήτημα των προσφύγων και του ασύλου, το οποίο απασχολεί την Ελλάδα εδώ και πέντε χρόνια. Ειδικότερα, η κυβέρνηση υποσχέθηκε τη λήψη άμεσων μέτρων για την αποσυμφόρηση των προσφυγικών δομών (hotspot) που υπάρχουν στα νησιά. Προς τον σκοπό αυτό η κυβέρνηση εισήγαγε νέο νόμο περί ασύλου, με έναρξη ισχύος την 1η Ιανουαρίου, και βασική επιδίωξη την επιτάχυνση της διαδικασίας εξέτασης των αιτημάτων χορήγησης ασύλου. Ωστόσο, τα μέσα που φαίνεται να χρησιμοποιεί η κυβέρνηση είναι σε μεγάλο βαθμό αμφιλεγόμενα και διαγράφουν τη σκληρή γραμμή που η ίδια έχει επιλέξει να ακολουθήσει όσον αφορά το μεταναστευτικό ζήτημα. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τον νόμο αυτό, και κατ’ απόκλιση προς το προϊσχύον καθεστώς, καταργούνται οι ψυχικές διαταραχές όπως το PTSD (Σύνδρομο Μετατραυματικού Στρες) από τον κατάλογο των κριτηρίων ευαλωτότητας. Ταυτόχρονα, ο νόμος επιβάλλει τη συνδρομή πρόσθετων διαδικαστικών εγγυήσεων όπως η νομική εκπροσώπηση των αιτούντων άσυλο, χωρίς όμως να παρέχει επαρκή μέσα, δεδομένου ότι η παροχή δωρεάν νομικής βοήθειας από το ελληνικό κράτος στους πρόσφυγες είναι περιορισμένη.

Επιπλέον, η πρόταση για αναδιάρθρωση των εγκαταστάσεων και κατασκευή νέων προσφυγικών δομών στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (Λέσβος, Χίος, Σάμος, Λέρος, Κως) έχει ήδη προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις, καθώς τόσο οι πρόσφυγες όσο και οι μόνιμοι κάτοικοι των νησιών εναντιώνονται στα έργα αυτά. Η κυβέρνηση κατέπνιξε με ακραία καταστολή πρόσφατες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, με επακόλουθο τη στοχοποίηση ΜΚΟ και προσφύγων από τοπικές ακροδεξιές ομάδες. Σε κάθε περίπτωση, λόγω της ισχυρής τοπικής αντίστασης, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποσύρει τις αστυνομικές δυνάμεις και να βάλει σε αναστολή την υλοποίηση των έργων.

Και ενώ η υλοποίηση του κυβερνητικού σχεδιασμού κρεμόταν από μία κλωστή, προέκυψε νέα κρίση στα σύνορα: η Τουρκία ξανάνοιξε τα σύνορά της, με αποτέλεσμα χιλιάδες πρόσφυγες να συγκεντρώνονται στην περιοχή των ελληνοτουρκικών συνόρων στον Έβρο. Η κυβέρνηση παρουσίασε τα γεγονότα που ακολούθησαν ως  «εισβολή» και αντέδρασε ανάλογα· σε όλη τη διάρκεια του Μαρτίου, και ειδικά κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο, ΜΑΤ και συνοριοφύλακες πραγματοποιούσαν επιχειρήσεις στρατιωτικού τύπου, ενώ γινόταν συνεχής ρίψη δακρυγόνων και από τις δύο πλευρές των συνόρων. Οι πρόσφυγες που κατέφτασαν στην Ελλάδα ήρθαν αντιμέτωποι με αστυνομική βία, «δίκες-εξπρές», φυλάκιση, αυθαίρετες κρατήσειςκαι με ολοένα και συχνότερες επιχειρήσεις επαναπροώθησης στην Τουρκία. Σε μία πρωτοφανή κίνηση, η κυβέρνηση ανέστειλε για ολόκληρο τον Μάρτιο, το δικαίωμα υποβολής αιτήματος χορήγησης ασύλου. Ενώ οι εντάσεις στα σύνορα του Έβρου άρχισαν να κλιμακώνονται, η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, μετά από επίσκεψη που πραγματοποίησε στην περιοχή μαζί με ομάδα υψηλόβαθμων αξιωματούχων της ΕΕ, εγκωμίασε την προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης για  προστασία των ευρωπαϊκών συνόρων. Επιπλέον, δεσμεύτηκε για παροχή οικονομικής βοήθειας προς την Ελλάδα ύψους 700 εκατομμυρίων ευρώ, προς διαχείριση της μετανάστευσης και των συνοριακών ελέγχων.

Την περίοδο εκείνη, έκανε την εμφάνισή της η απειλή του κορωνοϊού στην Ελλάδα. Η χρονική σύμπτωση των εξελίξεων αυτών λειτούργησε ευνοϊκά για την κυβέρνηση, καθώς μπόρεσε να επιβάλει μέτρα νομιμοποιητικά των αρχικών σχεδίων της για κράτηση των προσφύγων σε κλειστά κέντρα και εισαγωγή περαιτέρω περιορισμών.

Η εθνική διαχείριση της κρίσης του κορωνοϊού

Από τις 10 Μαρτίου και έπειτα, η κυβέρνηση επέβαλε μια σειρά αυστηρών μέτρων προκειμένου να ομαλοποιήσει την καμπύλη των κρουσμάτων του κορωνοϊού και επιδιώκοντας να κερδίσει χρόνο για την προετοιμασία του συστήματος υγείας. Ο χρόνος αυτός κρίνεται εξαιρετικά απαραίτητος για την Ελλάδα, εξαιτίας των ακραίων μέτρων λιτότητας νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα και περικοπών που υφίστανται οι δημόσιες υπηρεσίες τα τελευταία 10 χρόνια. Πιθανή ραγδαία αύξηση των κρουσμάτων της πανδημίας θα προκαλούσε πράγματι σοβαρές δυσκολίες.

Μεταξύ άλλων, τέθηκε σε εφαρμογή η απαγόρευση συγκέντρωσης πολλών ατόμων, με σκοπό την αποφυγή υπέρμετρου συγχρωτισμού, καθώς και η απαγόρευση των άσκοπων μετακινήσεων και ταξιδιών εντός της επικράτειας. Ενδεικτικά, από τις 21 Μαρτίου απαγορεύτηκε η μετακίνιση μη μόνιμων κατοίκων προς τα νησιά του Αιγαίου, προκειμένου να αποφευχθούν μαζικές μετακινήσεις από την ηπειρωτική χώρα προς τις εξοχικές κατοικίες, όσο διαρκεί ο γενικός περιορισμός κυκλοφορίας. Παρ΄ότι κανένα κυβερνητικό στέλεχος δεν πρόκειται να το παραδεχτεί, είναι γεγονός ότι οι περιφερειακές –ιδίως νησιωτικές– νοσοκομειακές δομές έχουν υποστεί το μεγαλύτερο πλήγμα από τα μέτρα λιτότητας. Εκτός από ελλείψεις σε βασικό εξοπλισμό, τα νοσοκομεία παρουσιάζουν ελλείψεις και σε γιατρούς πολλών ειδικοτήτων. Σύμφωνα με πρόσφατο δελτίο τύπου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Δημοσίων Νοσοκομείων (Π.Ο.Ε.ΔΗ.Ν.), το νοσοκομείο της Χίου δεν διαθέτει ούτε μία κλίνη Μονάδας Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ). Σημειωτέον ότι στο νησί βρίσκεται το τρίτο μεγαλύτερο κέντρο φιλοξενίας στο οποίο διαμένουν 5.600 πρόσφυγες. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Λέσβος διαθέτει μόνο έξι κλίνες ΜΕΘ και, σε περίπτωση ραγδαίας αύξησης των κρουσμάτων, τα έξι αυτά κρεβάτια προορίζονται να καλύψουν τις ανάγκες περίθαλψης 86.436 μόνιμων κατοίκων του νησιού συν 21.151 προσφύγων, οι οποίοι διαμένουν στις προσφυγικές δομές στη Μόρια και σε άλλα σημεία του νησιού.

Η απαγόρευση των μετακινήσεων και ταξιδιών στα νησιά φαίνεται να είναι ένα εύλογο μέτρο περιορισμού της εξάπλωσης του ιού, αποτελεί όμως ταυτόχρονα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα άνισης μεταχείρισης πολιτών και προσφύγων. Ενώ δηλαδή οι Έλληνες πολίτες είναι υποχρεωμένοι να μένουν στα σπίτια τους και να αποφεύγουν τον συγχρωτισμό, οι πρόσφυγες είναι υποχρεωμένοι να εκτίθενται στις ακριβώς αντίθετες συνθήκες: διαμονή σε υπερπλήρεις δομές, χωρίς εγκαταστάσεις υγιεινής και ιατρικές υπηρεσίες. Η αποφυγή συγχρωτισμού φαντάζει αδύνατη. Αυτή τη στιγμή πάνω από 40.000 πρόσφυγες βρίσκονται φυλακισμένοι σε πέντε hotspot στη Λέσβο, τη Χίο, τη Σάμο, τη Λέρο και την Κω. Το στήσιμο των κέντρων αυτών ξεκίνησε το 2015 με πρωτοβουλία της ΕΕ, και συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια ως ένας τρόπος διαχείρισης των αυξημένων προσφυγικών εισροών. Τα κέντρα αυτά τελούν υπό ελληνική διοίκηση αλλά χρηματοδοτούνται από την ΕΕ. Αν και αποτέλεσαν προσωρινό μέτρο έκτακτης ανάγκης, έχουν πλέον καταστεί μόνιμες εγκαταστάσεις όπου εγκλωβίζονται για μήνες ή και χρόνια οι πρόσφυγες και οι μετανάστες που καταφτάνουν στην Ελλάδα. Σήμερα, τα κέντρα αυτά αποτελούν τους μεγαλύτερους προσφυγικούς καταυλισμούς της Ευρώπης.

Οι συνθήκες διαβίωσης στις προσφυγικές δομές πριν την πανδημία

Κάθε προσφυγική δομή διαφέρει, ωστόσο η χρόνια έλλειψη στοιχειωδών υποδομών είναι κοινό χαρακτηριστικό στο σύνολό τους. Μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, ΜΚΟ και δημοσιογράφοι καταδικάζουν εδώ και χρόνια τις απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούν στις προσφυγικές δομές. Η διαχρονική αδυναμία εξασφάλισης στοιχειωδών εγκαταστάσεων υγιεινής και υπηρεσιών υγείας δεν μπορεί να αποδοθεί απλά στους μεγάλους αριθμούς των προσφύγων, σε κακοδιαχείριση και σε έλλειψη πόρων. Τα hotspot λειτουργούν πάνω από τέσσερα χρόνια, και όμως βασικές ανάγκες όπως το φαγητό, η στέγη, η υγιεινή, η εκπαίδευση και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη όχι μόνο δεν καλύπτονται επαρκώς, αλλά μάλλον καθίστανται όλο και πιο δυσεπίλυτα προβλήματα. Γεννάται, συνεπώς, το εξής ερώτημα: μήπως η κατάσταση αυτή συντηρείται σκόπιμα και, πολύ περισσότερο, χρησιμοποιείται προκειμένου να αποθαρρύνει την είσοδο περισσότερων ανθρώπων στη χώρα;

Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Το Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης της Λέσβου στη Μόρια έχει χωρητικότητα 2.757 ατόμων, και σήμερα διαμένουν εκεί 18.985 άτομα· διαμένουν δηλαδή 6,8 φορές περισσότεροι ανθρώποι σε σχέση με την προβλεπόμενη χωρητικότητά του. Η πλειονότητα μάλιστα των προσφύγων μένει σε αυτοσχέδια παραπήγματα και σκηνές, στους ελαιώνες που βρίσκονται δίπλα στην κύρια δομή. Οι ίδιες παροχές χρησιμοποιούνται τόσο από τους διαμένοντες σε κατασκευές isobox και σκηνές εντός της δομής, όσο και από τους διαμένοντες εκτός αυτής.

Ενώ ο αριθμός των προσφύγων που διαμένουν εντός και εκτός της δομής ολόενα και αυξάνεται, οι υποδομές δεν προσαρμόζονται αναλόγως. Η πρόσβαση σε νερό, τουαλέτα και μπάνιο είναι εξαιρετικά περιορισμένη: ενδεικτικά, στη δομή της Μόριας, 1.300 άνθρωποι μοιράζονται μία βρύση και 200 άνθρωποι μία τουαλέτα. Επιπλέον, ενώ οι κατασκευές isobox είναι προορισμένες να στεγάζουν έως 4 άτομα, συχνά στεγάζουν πάνω από 12, ενώ μικροί χώροι των τριών τετραγωνικώνστεγάζουν ολόκληρες οικογένειες. Αλλά και στις μεγάλες σκηνές τύπου rub hall συμβιώνουν εκατοντάδες άνθρωποι.

Η πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, αν και ζωτικής σημασίας για τους πρόσφυγες που διέφυγαν από εμπόλεμες ζώνες και διώξεις, κρίνεται απόλυτα ανεπαρκής. Εξαιτίας της υποστελέχωσης, των ανεπαρκών πόρων που διαθέτει ο εθνικός οργανισμός παροχής υπηρεσιών υγείας και μιας σειράς από εμπόδια γραφειοκρατικού χαρακτήρα, οι προσφυγικές δομές συχνά δεν έχουν καθόλου ιατρική υποστήριξη. Στρατιωτικοί γιατροί και ΜΚΟ καλούνται συχνά να καλύψουν τα κενά σε πολλές από τις δομές που επισκεφτήκαμε.

Οι πρόσφυγες περιμένουν για πολλές ώρες σε ουρές προκειμένου να έχουν πρόσβαση σε φαγητό και νερό, σε στοιχειώδεις παροχές υγιεινής, αλλά και σε ιατρική περίθαλψη, ενώ και για την πραγματοποίηση οποιασδήποτε μετακίνησης ή για την ενημέρωση σχετικά με την πρόοδο των αιτήσεών τους η αναμονή είναι επίσης μεγάλη. Εν ολίγοις, η αναγκαστική πολύωρη αναμονή σε ουρές ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών, κρύου ή ζέστης, αποτελεί καθημερινότητα σε όλες τις προσφυγικές δομές. Ήδη πριν την εμφάνιση του ιού, οι ΜΚΟ απηύθυναν εκκλήσεις για κλείσιμο των δομών και για μεταφορά των προσφύγων προς την ηπειρωτική χώρα. Αντί να ανταποκριθεί στις εκκλήσεις αυτές, η κυβέρνηση πρότεινε το χτίσιμο νέων δομών που θα λειτουργούσαν και επίσημα ως κλειστά κέντρα κράτησης στα νησιά.

Τα μέτρα προφύλαξης κατά της εξάπλωσης του COVID-19 στα hotspot

Η κυβέρνηση συστήνει στους πολίτες την κοινωνική αποστασιοποίηση, ενώ ταυτόχρονα επιβάλλει στους πρόσφυγες τον συγχρωτισμό. Αν και εξακολουθεί να κρατά φυλακισμένους τους πρόσφυγες σε υπερσυνωστισμένα κέντρα, έχει πλέον καταστήσει την πρόσβαση των ΜΚΟ σε αυτά ακόμα πιο δύσκολη. Η διακοπή της σημαντικής αυτής γραμμής σωτηρίας εμποδίζει και οποιαδήποτε παροχή βοήθειας προς την πρόληψη της μετάδοσης του ιού. Μάλιστα, διαχωρίζοντας τους πρόσφυγες που μόλις έχουν καταφτάσει από εκείνους που διαμένουν ήδη στις δομές, η κυβέρνηση ουσιαστικά εγκαταλείπει τους πρώτους, οι οποίοι μετά την άφιξή τουςστις νησιωτικές ακτές αφήνονται χωρίς στέγη, φαγητό και ιατρική περίθαλψη.

Ας δούμε προσεκτικά όμως τα τελευταία μέτρα που αφορούν τις προσφυγικές δομές. Στις 16 Μαρτίου ο αρμόδιος κυβερνητικός εκπρόσωπος ανακοίνωσε ότι άτομο που διαμένει σε οποιοδήποτε από τα πέντε κέντρα και βρίσκεται θετικό στον COVID-19, θα απομονώνεται εντός της δομής. Την επόμενη μέρα, το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου εξέδωσε οδηγίες προς όλες τις προσφυγικές δομές ενώ στις 27 Μαρτίου ανακοινώθηκαν πρόσθετα μέτρα.

Στην πρώτη οδηγία περιλαμβάνονται 12 συστάσεις μάλλον διακοσμητικού χαρακτήρα, καθώς αγνοούν τους σημαντικότερους παράγοντες μετάδοσης του ιού στις δομές. Για παράδειγμα, συνιστάται η «τήρηση γενικών κανόνων υγιεινής με καθημερινό καθαρισμό εσωτερικών κοινόχρηστων χώρων με καθαριστικά και απολυμαντικά καθώς και συνεχής απολύμανση των πόμολων των θυρών των κοινόχρηστων χώρων αυτών». Δεδομένου ότι τα πόμολα είναι εξαιρετικά δυσεύρετα -σχεδόν όσο δυσεύρετες είναι και οι βρύσες – στην προσφυγική δομή της Μόριας, με τη σύσταση αυτή το πρόβλημα όχι μόνο δεν επιλύεται, αλλά μάλλον απαξιώνεται.

Ο κύριος κίνδυνος μετάδοσης του ιού στα υπερπλήρη κέντρα φιλοξενίας εστιάζεται στους υπερσυνωστισμένους χώρους διαβίωσης, την έλλειψη σαπουνιού, νερού, εγκαταστάσεων υγιεινής και στις τεράστιες ουρές αναμονής για παροχή φαγητού και υπηρεσιών. Μέχρι σήμερα δεν έχει ληφθεί καμία αποτελεσματική πρωτοβουλία για την αποσυμφόρηση των κέντρων αυτών. Μία ακόμη κυβερνητική σύσταση είναι να γίνεται η διανομή της συνολικής ποσότητας φαγητού μία φορά την ημέρα, έτσι ώστε να μην σχηματίζονται ουρές για φαγητό τρεις φορές τη μέρα. Ωστόσο, η τήρηση φυσικής απόστασης είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη. Εάν οι πρόσφυγες κρατούσαν απόσταση 1,5 μέτρου ο ένας από τον άλλον, η ουρά που θα σχηματιζόταν για φαγητό θα είχε μήκος περίπου 30 χλμ. Οι οδηγίες αυτές για την πρόληψη εξάπλωσης του ιού μπορεί να είναι σχετικά κοινές, δεν μπορούν όμως εκ των πραγμάτων να εφαρμοστούν. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο τόσο μέλη πολλών ΜΚΟ όσο και το ίδιο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχουν απευθύνει έκκληση για άμεση εκκένωση των προσφυγικών κέντρων. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση εμμένει στον διαχωρισμό των προσφυγικών πληθυσμών από τους μόνιμους κατοίκους του νησιού.

Με το πρόσχημα της πανδημίας του κορωνοϊού, και στην ουσία με σκοπό τη θεμελίωση του διαχωριστικού αυτού καθεστώτος λοιπόν, ακολούθησε η εφαρμογή μιας σειράς μέτρων. Αρχικά, στους δρόμους που οδηγούν στον πολυπληθέστερο από όλους καταυλισμό της Μόριας στη Λέσβο, τοποθετήθηκαν αστυνομικές δυνάμεις σε μόνιμα σημεία ελέγχου. Ο έλεγχος αυτός επηρεάζει τόσο τη ζωή των προσφύγων όσο και το έργο των ΜΚΟ, καθώς οι εθελοντές οι οποίοι θέλουν να έχουν πρόσβαση στις δομές για την παροχή υλικής βοήθειας και στήριξης ουσιαστικά «μπλοκάρονται» στα σημεία αυτά. Αυτή η αναστολή παροχής βοήθειας μπορεί να θέσει σε τεράστιο κίνδυνο τους προσφυγικούς πληθυσμούς, ακριβώς τη στιγμή που η βοήθεια αυτή θα ήταν ακόμα πιο πολύτιμα. Σύμφωνα με πρόσφατη ανταπόκριση από το εσωτερικό της δομής στη Μόρια, τα περισσότερα μέλη του επίσημου προσωπικού που εργάζεται στον καταυλισμό αποφεύγουν να εκτελούν τα καθημερινά καθήκοντά τους ή δεν τα εκτελούν και καθόλου, πιθανά έχοντας λάβει σχετική εντολή. Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς ότι χωρίς τη βοήθεια από ΜΚΟ και εθελοντές, η κατάσταση μπορεί να ξεφύγει πολύ εύκολα και να κλιμακωθούν επεισόδια σεξουαλικής και έμφυλης βίας αλλά και διαπληθυσμιακές συγκρούσεις.

Σταδιακοί περιορισμοί έχουν επιβληθεί και στην έξοδο των προσφύγων από τις δομές. Αρχικά, οι πρόσφυγες είχαν δικαίωμα εξόδου από τις δομές μόνο για «απαραίτητες μετακινήσεις» στο διάστημα από 7 το πρωί μέχρι και 7 το απόγευμα. Το τι συνιστά όμως «απαραίτητη μετακίνηση» δεν έχει αποσαφηνιστεί. Δεν έχει ξεκαθαριστεί, για παράδειγμα, εάν η έξοδος από τη δομή για την κάλυψη μιας σειράς αναγκών θεωρείται απολύτως απαραίτητη. Στην προσφυγική δομή της Σάμου, παραδείγματος χάριν, στην οποία διαμένουν 7.178 πρόσφυγες ενώ είναι προορισμένος για 648 άτομα, δεν υπάρχει καμία μέριμνα για το πλύσιμο των ρούχων. Οι πρόσφυγες είναι υποχρεωμένοι να μεταβαίνουν σε καθαριστήριο το οποίο ανήκει σε ΜΚΟ και βρίσκεται εκτός δομής, στην πόλη.

Η επόμενη φάση της επιχείρησης κλεισίματος των δομών ξεκίνησε στις 27 Μαρτίου όταν η κυβέρνηση γνωστοποίησε ότι αναβάλλει την καταβολή του μηνιαίου χρηματικού βοηθήματος που χορηγείται στους αιτούντες άσυλο τα τελευταία 4 χρόνια. Το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής και Ασύλου δικαιολόγησε την απόφαση αυτή με τον ισχυρισμό ότι οι αιτούντες άσυλο πρέπει να αποφεύγουν τη μετακίνηση προς την πόλη για να σηκώνουν χρήματα, προσθέτοντας ότι σύντομα, εκτός από καταστήματα τροφίμων και άλλα μικροκαταστήματα, θα λειτουργήσουν και ΑΤΜ εντός των δομών. Είναι φανερό ότι η διακοπή καταβολής χρηματικού βοηθήματος εν μέσω κατάστασης έκτακτης ανάγκης στερεί τη δυνατότητα από τους πρόσφυγες να προμηθεύονται τρόφιμα, προϊόντα απολύμανσης και σαπούνι. Δεδομένου, μάλιστα, ότι η παροχή μηνιαίου χρηματικού βοηθήματος αποτελεί διαδικαστικό προαπαιτούμενο στο πλαίσιο του προγράμματος Στήριξης Έκτακτης Ανάγκης για την Ένταξη και τη Στέγαση – ESTIA που υλοποιείται από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και χρηματοδοτείται από την ΕΕ (με κονδύλια της Γενικής Διεύθυνσης Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων – DG HOME), η πρωτοβουλία της κυβέρνησης για προσωρινή έστω διακοπή των πληρωμών γεννά εύλογα ερωτήματα και ανησυχία.

Η κυβέρνηση έχει επίσης εξαγγείλει ότι θα προβεί στην τοποθέτηση 12 νέων ιατρικών μονάδων περιμετρικά των καταυλισμών, στη Λέσβο, τη Χίο και τη Σάμο. Στις μονάδες θα πραγματοποιείται εξέταση για τον COVID-19, ενώ θα χρησιμοποιούνται ως χώροι απομόνωσης για πιθανά κρούσματα. Είναι προφανές ότι 12 μονάδες είναι ανεπαρκείς σε περίπτωση εξάπλωσης του ιού, εξάλλου η παροχή ιατρικής περίθαλψης εν γένει έχει τεθεί σε μεγάλο βαθμό υπό αναστολή. Οι πρόσφυγες καλούνται να απευθύνονται σε γιατρό μόνο σε περίπτωση που έχουν πυρετό και βήχα, ενώ άτομα με χρόνιες ασθένειες, εγκυμονούσες και άλλες ομάδες που χρειάζονται ιατρική παρακολούθηση αφήνονται για άλλη μία φορά αβοήθητες. Σε συμμόρφωση προς τα γενικά μέτρα για την πρόληψη εξάπλωσης του κορωνοϊού, ο αρμόδιος ιατρικός πάροχος έχει απλώς περιοριστεί στην ανάρτηση αφισών για την ενημέρωση των προσφύγων σχετικά με νέα μέτρα.

Συνεπώς, δεν θα ήταν υπερβολικό να ισχυρισθούμε ότι οι πρόσφυγες είναι μόνοι και  αβοήθητοι στη μάχη κατά της πανδημίας, αλλά και κατά των μόνιμων κινδύνων που απειλούν την υγεία τους. Αντί για την άμεση αναζήτηση ρεαλιστικών λύσεων όπως η χρήση των τουριστικών υποδομών και ιδίως των άδειων ξενοδοχείων που υπάρχουν στα νησιά, η κυβέρνηση επιλέγει την απομόνωση των προσφύγων μέσα στις δομές. Μάλιστα, η πρόταση για στέγαση των προσφύγων στις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις που είναι άδειες αυτή την περίοδο, έγινε αρχικά από ακτιβιστές και στη συνέχεια επαναδιατυπώθηκε από την Επίτροπο Γιόχανσον στη διάρκεια της διάσκεψης της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων που έλαβε χώρα στις 2 Απριλίου. Αν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δουλεύει από κοινού με την ελληνική κυβέρνηση σε ένα σχέδιο δράσης προς την υλοποίηση της πρωτοβουλίας αυτής, δεν έχει λάβει προς το παρόν θέση επί του ζητήματος. Η μόνη επίσημη πρωτοβουλία που θεωρείται σίγουρο ότι θα πραγματοποιηθεί είναι η μετεγκατάσταση 1.600 ασυνόδευτων ανηλίκων.

Προστασία συνόρων ή προστασία ανθρώπινων δικαιωμάτων;

Την περίοδο που γράφεται το κείμενο αυτό, υπάρχουν πολλά επιβεβαιωμένα κρούσματα COVID-19 στις προσφυγικές δομές της ενδοχώρας. Η κυβέρνηση έχει θέσει σε καραντίνα ολόκληρες δομές, απαγορεύοντας την είσοδο και έξοδο από αυτές, ενώ καμία επιχείρηση εκκένωσης δεν έχει πραγματοποιηθεί έως τώρα, ούτε καν για τις ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες.

Τα μέτρα προφύλαξης κατά του ιού που εφαρμόζονται στις προσφυγικές δομές καθοδηγούνται από την κυβερνητική πολιτική ατζέντα, και στοχεύουν μάλλον στον περιορισμό της μετανάστευσης παρά στην προστασία ανθρώπινων ζωών. Με τα μέτρα προφύλαξης που επιβάλλει, η κυβέρνηση ουσιαστικά αρνείται την πραγματικότητα που επικρατεί στις δομές και μεταθέτει την ευθύνη της προστασίας των προσφύγων στους ίδιους τους πρόσφυγες, οι οποίοι αδυνατούν εκ των πραγμάτων να τηρούν την κοινωνική απομόνωση, να πλένουν τα χέρια τους και να απολυμαίνουν τους δημόσιους χώρους. Οι πολιτικές της κυβέρνησης ουσιαστικά ενθαρρύνουν μια σειρά από μέτρα που διαχωρίζουν ακόμη περισσότερο τους πρόσφυγες από τον γενικό πληθυσμό. Εάν συνεχιστεί η πολιτική αυτή της εγκατάλειψης, οι υπερπλήρεις δομές θα γίνουν στρατόπεδα θανάτου. Η Κομισιόν, ως επικεφαλής της πρωτοβουλίας και της χρηματοδότησης των προσφυγικών δομών στα νησιά, φέρει μερίδιο ευθύνης για κάθε ζωή που θα χαθεί ως συνέπεια των πολιτικών αυτών.

Η προτεραιότητα που δίνεται τα τελευταία χρόνια στη διασφάλιση των ευρωπαϊκών συνόρων εις βάρος των ανθρώπινων δικαιωμάτων έχει οδηγήσει σε μια τεράστια ανθρωπιστική κρίση που εκτυλίσσεται στις προσφυγικές δομές των νησιών. Τα πράγματα επιδεινώθηκαν μετά την εκλογική ανάδειξη νέας κυβέρνησης το 2019, ενώ οι σκληροπυρηνικές αντιμεταναστευτικές πολιτικές που αυτή εφαρμόζει έχουν τη στήριξη και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπως έγινε φανερό στη διάρκεια των εντάσεων στα σύνορα του Έβρου. Η πρόταξη της ασφάλειας στα σύνορα έναντι των ανθρώπινων δικαιωμάτων μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι του οποίου όλοι είμαστε μάρτυρες. Η μεταναστευτική πολιτική της ΕΕ έχει αναμφισβήτητα οδηγηθεί σε αδιέξοδο και, αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, αυτό θα καταστεί αδιέξοδο θανάτου. Το πανευρωπαϊκό κίνημα που τάσσεται κατά των πολιτικών αυτών, επισημαίνει την κατάφωρη αντίφαση που εντοπίζεται στη δαπάνη εκατομμυρίων για τον επαναπατρισμό ταξιδιωτών ενώ οι προσφυγικοί πληθυσμοί αφήνονται αβοήθητοι. Οι φωνές της αντίστασης έχουν βρει αντίκρισμα και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενώ αρχίζουν να εισακούονται και στη Γενική Διεύθυνση Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων. Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για να κάνουμε μια στροφή από την πολιτική της εγκατάλειψης, προς μία επανανοηματοδότηση των εννοιών της προστασίας και της κοινωνικς μέριμνας, με τέτοιο τρόπο ώστε να εξαλειφθούν οι διαφορές μεταξύ όσων είναι και όσων δεν είναι πολίτες αυτής της χώρας.

Η Bilgin Ayata είναι Καθηγήτρια Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας και διευθύνει το ερευνητικό πρόγραμμα με τίτλο: «Infrastructure Space and the Future of Migration Management: EU Hotspots in the Mediterranean Borderscape». Η Άρτεμις Φύσσα είναι διδακτορική ερευνήτρια στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου της Βασιλείας και εργάζεται για το προαναφερθέν ερευνητικό πρόγραμμα.

Published 4 June 2020
Original in English
First published by Eurozine (English version); The Press Project (Greek version)

Contributed by The Press Project  © Bilgin Ayata / Artemis Fyssa / Research Project ‘Infrastructure Space and the Future of Migration Management: The Case of the EU Hotspots in the Mediterranean Borderscape’ / The Press Project / Eurozine

PDF/PRINT

Read in: EN / IT / EL

Share article

Newsletter

Subscribe to know what’s worth thinking about.

Discussion